Με λαμπρότητα γιορτάζεται στον Πειραιά ο Πολιούχους Άγιος Σπυρίδων, με πλήθος κόσμου, μαθητών, την μπάντα του Δήμου, αρχιερατικό συλλείτουργο και λιτάνευση της Ιερής Εικόνας.

Σήμερα Πέμπτη 12/12 το πρωί ψάλθηκε ο Όρθρος και στη συνέχεια τελέστηκε πανηγυρική Θεία Λειτουργία, Ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ιερισσού κ. Θεοκλήτου και συνιερουργούντων των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Λαγκαδά κ. Ιωάννου και Πειραιώς κ. Σεραφείμ.

Στις 11:00 το πρωί πραγματοποιήθηκε πάνδημος λιτάνευση της ιεράς εικόνας του Αγίου. Στις 18:00 θα ψαλούν η ακολουθία του εσπερινού και ο παρακλητικός κανόνας του Αγίου Σπυρίδωνος. Την Παρασκευή (13/12) το πρωί θα τελεστεί μεθέορτος Θεία Λειτουργία.

Λίγα λόγια για τον Ι. Ναό

Ο πρώτος ναός του Αγ. Σπυρίδωνος είναι ο παλαιότερος ναός της ευρύτερης περιοχής του Πειραιά (Ιερά Μονή) και όπως αναφέρεται είχε κτισθεί τον 10 αιώνα κατά τον G. Hertzberg.

Ο σημερινός εμβληματικός 3ος κατά σειρά ναός του Αγ. Σπυρίδωνος Πειραιά στο κέντρο της πόλης είναι το επίκεντρο όλων των δραστηριοτήτων της και θεμελιώθηκε στα ερείπια περιώνυμης Μονής και των δύο παλαιών Ναών τον Μάιο του 1863.

Μπορεί η μονή να διαλύθηκε αλλά ο ναός παρέμεινε να λειτουργεί.

Έτσι το 1863 ορκίστηκαν στον Ναό οι πρώτες Δημοτικές Αρχές του Πειραιά και έγινε το πρώτο δημοτικό Συμβούλιο με Δήμαρχο τον Υδραίο Κυριάκο Σερφιώτη.

Τον Ιανουάριο 2016 παρουσία της προϊστάμενης της εφορίας αρχαιοτήτων Πειραιά κ. Μαρίνας Παπαδημητρίου έγινεν εκσκαφή της οδού Σωτήρος και Ακτής Μιαούλη εις την πλατεία του Ιερού Ναού για την διέλευση του αγωγού φυσικού αερίου, βρεθήκαμε σε μία σημαντική ανακάλυψη, βρίσκοντας τα ερείπια της παλαιάς μονής Αγ. Σπυρίδων (Νάρθηκας) με ευρήματα ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής.

Άρα εδώ έχουμε μία σημαντική ανακάλυψη για τον ιστορικό του μέλλοντος.






Γιατί ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι πολιούχος του Πειραιά

Το έτος 1735 ιδρύθηκε το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, εκεί ακριβώς που είναι η σημερινή ομώνυμη εκκλησία, πάνω σχεδόν στα ερείπια του αρχαίου ναού της Αφροδίτης. Το μοναστήρι αυτό ήταν οχυρωμένο με γερούς τοίχους, απόρθητες επάλξεις και αρκετές πολεμίστρες. Η είσοδός του ήταν θολωτή, με διπλές και γερές πόρτες, το δε διάκενο που μεσολαβούσε ανάμεσα στις δύο, ήταν αδιάβατο για τους ξένους, γιατί στο κέντρο του Θόλου υπήρχε μια τρύπα απ’ όπου οι καλόγεροι του Μοναστηρίου, ζεματούσαν με βραστό λάδι και καυτό μολύβι, αυτούς που θα προσπαθούσαν να μπουν με τη βία στη Μονή.



Όλη η πειραϊκή χερσόνησος αποτελούσε κτήμα της ή αλλιώς βακούφι της. Επίσης είχε αρκετά μετόχια, εκ των οποίων το γνωστότερο βρισκόταν στην περιοχή του Καραβά, του οποίου ο μετοχιάρης συμμετείχε στις συνελεύσεις των κατοίκων της για την εκλογή της Δημογεροντίας ή για οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα ή ανάγκη προέκυπτε.



Η μονή ενίσχυε συνεχώς το κύρος της μέχρι που το 1767 έγινε «σταυροπηγιακή».



Κατά την διάρκεια της Εθνεγερσίας του 1821, ο Πειραιάς έγινε σημείο πολεμικών συγκρούσεων κατά το κρίσιμο έτος του 1827, όπου μετά την κατάληψη του λόφου της Καστέλας από τους Έλληνες με επικεφαλής τον Σκωτσέζο φιλέλληνα συνταγματάρχη Gordon, οι Τούρκοι οχυρώθηκαν στη μονή του Αγίου Σπυρίδωνα.



Κατά το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου του 1827, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις πολιόρκησαν τη μονή και μετά από ανηλεή βομβαρδισμό αναγκάζουν τους πολιορκημένους Τουρκαλβανούς να παραδοθούν.



Ήταν τόσο γερό το μοναστήρι ώστε άντεξε καταπληκτικά το 1827, στο βομβαρδισμό που έκανε επί δύο ημέρες κατά την Επανάσταση ο ναύαρχος Αστιγξ με τα πολεμικά «Καρτερία» και «Ελλάς».



Από το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα πέρασαν μεταξύ άλλων τρεις ηγούμενοι, ένας με το όνομα Διονύσιος, άλλος ο Νικηφόρος Γαβριήλ, και τρίτος ο Συμεών Μαρμαροτούρης.



Ο Μαρμαροτούρης συνεργάστηκε με διάφορους δημογέροντες, τον Νικ. Τυρναβίτη, Λογοθέτη και άλλους, για ζητήματα σχετικά με την Επανάσταση.



Στο μοναστήρι αυτό τον αγωγό του νερού τον είχε κατασκευάσει με δικά του χρήματα ο ιδρυτής της ομώνυμης Σχολής Γιάννης Ντέκκας. Μάλιστα, στη διαθήκη του, που έγινε τον Νοέμβριο του 1757 «μπροστά στο Δημόσιο Συμβολαιογράφο Μπονεφάτσιο» και που διαβάστηκε μετά πέντε χρόνια από την κηδεία του, άφηνε στη Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα τα εξής χρήματα και εντολές: «Τετρακόσια δουκάτα για ν’ αγοράσουν οι επίτροποι ένα υποστατικό, από τα χρήματα του οποίου θα διατηρούνε καθαρή και σώα τη σωλήνα που φέρνει νερό στο μοναστήρι.



Κι ότι απομείνη από το περίσσευμα του υποστατικού, να ξοδεύεται για τον εξωραϊσμό του μοναστηρίου». Επίσης έκανε διάφορες συστάσεις για τον υδραγωγό, και ειδικά για τον επιστάτη «επειδή το νερό είναι αγαθό του Θεού και επομένως ωφέλιμο για όλους»! Και τελειώνοντας, γράφει: «… αν δεν κάνει αυτά που γράφω, θα δώση λογαριασμό στον κριτή Θεό για τα τετρακόσια δουκάτα».



Όταν διαλύθηκε το μοναστήρι, έμειναν στα χέρια του ηγουμένου Συμεών μερικά πράγματα, για τα οποία έγινε ολόκληρη αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του Επαρχιακού διευθυντή της Αττικής.



Τα πράγματα που παρακρατούσε ο Μαρμαροτούρης ήταν ένα Ευαγγέλιο, δυο σταυροί, τέσσερα καντήλια αργυρά, δυο πετραχείλια χρυσά, και διάφορα άλλα είδη. Τελικά, τα κειμήλια αυτά τα πήρε αργότερα η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα.



Με τη διάλυση του μοναστηριού – όπως και άλλων μοναστηριών του Ελλαδικού χώρου – το 1833, κρατικοποιήθηκε η περιουσία του και ο βασιλιάς Όθωνας έχτισε νέο ναό στη θέση της ερειπωμένης μονής, το 1836. Ως αντίδωρο για την προσφορά της πάλαι ποτέ μονής του Αγίου Σπυρίδωνος, στο ελληνικό έθνος ανακήρυξε τον Άγιο Σπυρίδωνα πολιούχο του Πειραιά.




 

πηγή: parapolitika.gr